Μια συγκλονιστική εξομολόγηση που κόβει την ανάσα έρχεται στο φως της δημοσιότητας, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο το όνομα του Μπάμπη Λαζαρίδη, μέσα από τα μάτια της πρωτότοκης κόρης του, Μαρίας. Η γυναίκα που έζησε για χρόνια στη σκιά, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας που περιέβαλαν τον πατέρα της, αποφάσισε να μιλήσει για όλα εκείνα τα «γιατί» που στοίχειωσαν την παιδική της ηλικία και την εφηβεία της. Με λόγια που στάζουν παράπονο αλλά και μια παγωμένη αλήθεια, η Μαρία Λαζαρίδη περιγράφει έναν πατέρα που ήταν ουσιαστικά απών, μια φιγούρα που υπήρχε μόνο στις υποσχέσεις που ποτέ δεν τηρήθηκαν.
Θυμάται με λεπτομέρειες τις στιγμές που, παιδί ακόμα, στεκόταν πίσω από το τζάμι του παραθύρου, περιμένοντας ένα αυτοκίνητο να σταματήσει μπροστά στην πόρτα τους. «Αχ άγγελέ μου, θα έρθω να σε δω», της έλεγε στο τηλέφωνο κι εκείνη πίστευε πως αυτή τη φορά θα γινόταν το θαύμα. Όμως οι ώρες περνούσαν, τα αυτοκίνητα προσπερνούσαν και ο Μπάμπης Λαζαρίδης δεν εμφανιζόταν ποτέ. Αυτή η συνεχής αναμονή και η επακόλουθη διάψευση σμίλεψαν μέσα της μια σκληρή πραγματικότητα: για εκείνη, ο Μπάμπης Λαζαρίδης δεν ήταν ούτε καλός ούτε κακός πατέρας, γιατί πολύ απλά δεν υπήρξε ποτέ πατέρας.

Η ιστορία όμως παίρνει ακόμα πιο σκοτεινή τροπή όταν η Μαρία αναφέρεται στην προσπάθειά της να προσεγγίσει την πατρική της οικογένεια το 2016. Αντί για μια ανοιχτή αγκαλιά, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν τοίχο από καχυποψία και εχθρότητα. Όπως καταγγέλλει η ίδια, το κλίμα ήταν πολεμικό, με τους συγγενείς του πατέρα της να βγαίνουν στα κανάλια και να την κατηγορούν ότι το μόνο που την ενδιέφερε ήταν η περιουσία. Η Μαρία ξεκαθαρίζει πως αυτό ήταν ένα τεράστιο ψέμα, καθώς η μητέρα της είχε φροντίσει νομικά να μην διεκδικήσουν τίποτα, πληρώνοντας μάλιστα ακριβά για αυτή τη διαδικασία. Οι χαρακτηρισμοί που δέχτηκε ήταν βάναυσοι, με την αδερφή του πατέρα της να φτάνει στο σημείο να την αποκαλέσει «μπάσταρδη», ενώ παππούδες και θείες αρνούνταν ακόμα και την ίδια της την ύπαρξη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα απόρριψης, η Μαρία Λαζαρίδη στέκεται με περηφάνια για τη μητέρα της, τη γυναίκα που σήκωσε μόνη της όλο το βάρος, δούλεψε σκληρά και της πρόσφερε μια ζωή με αξιοπρέπεια και σπουδές στο εξωτερικό. Όσο για τα αδέρφια της, τον Βασίλη και τον Μπάμπη, η απόσταση παραμένει αγεφύρωτη. Παρά τις προσπάθειες που έκανε στο παρελθόν να επικοινωνήσει με τον Βασίλη, δεν έλαβε ποτέ απάντηση, ενώ με τον μικρότερο Μπάμπη δεν έχει υπάρξει καμία επαφή. Είναι η ιστορία μιας γυναίκας που έμαθε να επιβιώνει στην απουσία και την άρνηση, κουβαλώντας ένα επώνυμο που για εκείνη σήμαινε μόνο πόνο και κλειστές πόρτες.
