Η Μάρω Κόντου υπήρξε πάντα μια γυναίκα που δεν φοβήθηκε ποτέ να κοιτάξει τη ζωή στα μάτια, να σπάσει τα καθιερωμένα κοινωνικά καλούπια και να μιλήσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τις πιο μύχιες γωνιές της ψυχής της. Σε μια εποχή που η κοινωνία απαιτούσε από κάθε γυναίκα να γίνει σύζυγος και μητέρα, εκείνη επέλεξε να ζήσει με τους δικούς της όρους, αφήνοντας το αποτύπωμά της όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ανεξαρτησία.

Η προσωπική της διαδρομή σημαδεύτηκε από δύο γάμους, οι οποίοι διέφεραν ριζικά μεταξύ τους. Ο πρώτος της γάμος έγινε στην ευαίσθητη ηλικία των 25 ετών, όταν ενώθηκε με τον μεγάλο της έρωτα, τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Ήταν μια σχέση γεμάτη πάθος, αλλά και προκλήσεις, αφού η ίδια παραδέχτηκε αργότερα πως τότε κουβαλούσε ακόμα τα ταμπού της εποχής, προσπαθώντας να είναι πάντα σωστή απέναντι στα κοινωνικά πρότυπα. Ο δεύτερος γάμος ήρθε πολύ αργότερα, στα 45 της χρόνια, με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Ήταν μια απόφαση που στηρίχθηκε αποκλειστικά στον απόλυτο έρωτα, χωρίς όμως οι δυο τους να έχουν δοκιμάσει τη συμβίωση στην καθημερινότητα. Όταν αυτή η αρχική σπίθα έσβησε, η Μάρω Κόντου συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε εκείνο το βαθύτερο, συγγενικό δέσιμο που θα κρατούσε τη σχέση ζωντανή, οδηγώντας έτσι σε έναν ακόμη χωρισμό.

Μέσα σε όλη αυτή την πορεία των σχέσεων, η μοίρα της επιφύλασσε και μια άλλη ιδιόμορφη ιστορία, ένα ιδιότυπο «προξενιό» που είχε στηθεί για εκείνη από το ίδιο το κοινό. Η μυθική χημεία που είχε στη μεγάλη οθόνη με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα έκανε τον κόσμο να πιστεύει πως οι δυο τους ήταν γραμμένοι ο ένας για τον άλλον και στην πραγματική ζωή. Η ίδια θυμόταν με χιούμορ και νοσταλγία τη στιγμή που μια ηλικιωμένη γυναίκα την πλησίασε στον δρόμο και τη ρώτησε επίμονα γιατί δεν παντρεύεται τον Κωνσταντάρα. Παρά τις εξηγήσεις της ότι και οι δύο ήταν ήδη παντρεμένοι με άλλους ανθρώπους, η γιαγιά επέμενε πως έπρεπε να είναι μαζί, αποδεικνύοντας πόσο βαθιά είχε ριζώσει στις καρδιές των θεατών αυτό το κινηματογραφικό ζευγάρι.
Ωστόσο, η πιο ευαίσθητη και προσωπική εξομολόγηση της σπουδαίας ηθοποιού αφορούσε το κεφάλαιο της μητρότητας. Η Μάρω Κόντου γνώριζε από πολύ νεαρή ηλικία ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά. Αυτή η διαπίστωση της δημιούργησε για χρόνια ένα βαθύ εσωτερικό κόμπλεξ, καθώς ένιωθε αυτή την αδυναμία σαν μια μορφή αναπηρίας μέσα σε έναν κόσμο που θεωρούσε τη μητρότητα αυτοσκοπό για τη γυναίκα. Η επιθυμία της να νικήσει τη φύση την οδήγησε μέχρι την Ελβετία στα 35 της χρόνια, όπου επισκέφθηκε τον ίδιο εξειδικευμένο γιατρό που είχε βοηθήσει τη Σοφία Λόρεν να γίνει μητέρα. Η απάντηση του γιατρού όμως ήταν κατηγορηματική: δεν θα μπορούσε ποτέ να κυ thoseφορήσει δικό της παιδί, προτείνοντάς της ως εναλλακτική λύση την υιοθεσία.

Με το πέρασμα των χρόνων, η Μάρω Κόντου κατάφερε να συμφιλιωθεί απόλυτα με αυτή την πραγματικότητα, να κάνει εσωτερική εργασία με τον εαυτό της και να βρει την απόλυτη ισορροπία. Συνειδητοποίησε ότι η φύση τελικά ξέρει τι κάνει και δίνει στον καθένα αυτό που πραγματικά του ταιριάζει, διοχετεύοντας όλη την αγάπη της για τα παιδιά στα ανίψια της, τα οποία ένιωθε σαν δικά της εγγόνια, απολαμβάνοντας την ανεξαρτησία της μέχρι το τέλος.
