Το άγχος μιας μητέρας όταν τα παιδιά αρχίζουν να ανοίγουν τα φτερά τους μπορεί να γίνει πραγματικά συντριπτικό, και η Δωροθέα Μερκούρη δεν διστάζει να κοιτάξει πίσω σε εκείνα τα χρόνια με απόλυτη ειλικρίνεια. Σήμερα, παρότι βλέπει τις δύο κόρες της να έχουν τραβήξει αυτόνομα τον δικό τους δρόμο και να μην κατοικούν πια κάτω από την ίδια στέγη, τα συναισθήματα παραμένουν ανάμεικτα και η ανάμνηση της διαρκούς ανησυχίας είναι ακόμα ολοζώντανη στο μυαλό της.
Όπως περιγράφει, η εικόνα μιας άνετης και ψύχραιμης μαμάς δεν ήταν ποτέ κάτι που της ήρθε φυσικά. Χρειάστηκε να περάσει από έντονη εσωτερική πίεση και να παλέψει με τους δικούς της φόβους για να καταφέρει να ισορροπήσει. «Κοίτα, δεν ήμουνα χαλαρή. Έγινα. Αγχωνόμουνα πάρα πολύ», εξομολογείται. Το πέρασμα σε μια πιο ήρεμη στάση δεν ήταν προσωπική επιλογή αλλά ανάγκη, καθώς το έντονο στρες είχε αρχίσει να τη βαραίνει επικίνδυνα: «Αναγκάστηκα. Τρόμαζα».
Η περίοδος της εφηβείας, γύρω στα δεκαέξι με δεκαεπτά, αποδείχθηκε το πιο απαιτητικό σημείο αυτής της διαδρομής. Ήταν η εποχή που οι νυχτερινές έξοδοι μπήκαν για τα καλά στο πρόγραμμα, προκαλώντας της ατελείωτη ανασφάλεια. Σχολιάζοντας τις συνήθειες της νυχτερινής ζωής, σημείωσε τη μεγάλη αντίθεση που παρατηρείται στην ελληνική καθημερινότητα σε σχέση με το εξωτερικό. «Εδώ στην Ελλάδα τα παιδιά βγαίνουνε το βράδυ μέχρι αργά – δεν είναι αυτό παντού έτσι. Γίνεται και έξω, αλλά το κάνουν μια φορά τον μήνα. Εδώ συζητάμε ότι κάθε εβδομάδα εγώ έπρεπε να αγχώνομαι μέχρι το πρωί για το αν θα γυρίσουν τα παιδιά μου. Εξαντλητικό», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η αποχώρηση των κοριτσιών από το πατρικό σπίτι έφερε μια νέα πραγματικότητα, η οποία παραμένει ιδιαίτερη και απαιτεί προσαρμογή. Το να μένει μόνη της, μακριά από τη φυσική παρουσία των παιδιών της, εξακολουθεί να της φαίνεται κάπως παράξενο, ακόμα κι αν κατανοεί βαθιά ότι αυτή είναι η φυσιολογική ροή της ζωής.

Κοιτάζοντας όμως το αποτέλεσμα, αποφεύγει τα μεγάλα λόγια ή τις βεβαιότητες. Όταν τίθεται το ζήτημα αν οι κόποι της απέδωσαν και αν μεγάλωσε δύο εξαιρετικές γυναίκες, η απάντησή της κρατά μια σπάνια συστολή: «Δεν ξέρω αν έκανα καλή δουλειά. Ήταν εξαντλητικό. Το θυμάμαι ακόμα. Ήταν πολύ κουραστικό. Αλλά δεν θα το άλλαζα με τίποτα στον κόσμο. Μου αρέσει που είμαι μάνα». Μια παραδοχή γεμάτη ευαισθησία, που αναδεικνύει πόσο απαιτητικός, τρομακτικός αλλά και ανεκτίμητος παραμένει ο ρόλος της μητέρας.
