Μια διαδρομή είκοσι πέντε ολόκληρων ετών δεν χωρά εύκολα σε τυπικές δηλώσεις, και ο Γιάννης Οικονομίδης επέλεξε να μιλήσει έξω από τα δόντια για τη νέα μεγάλη πρόκληση της καριέρας του. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά την επίσημη απόφαση να εκπροσωπήσει η «Σπασμένη Φλέβα» την Ελλάδα στη μάχη των επερχόμενων βραβείων Όσκαρ, ο γνωστός δημιουργός μοιράστηκε τις πρώτες του σκέψεις, αποτυπώνοντας με απόλυτη ειλικρίνεια τα συναισθήματά του για όσα διαδραματίζονται γύρω από το έργο του.
Η είδηση έφτασε στα χέρια του εντελώς απρόσμενα μέσα από ένα ηλεκτρονικό μήνυμα του Υπουργείου Πολιτισμού, μόλις μία ημέρα πριν αποφασίσει να μιλήσει ανοιχτά για το παρασκήνιο. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άνθρωπος στον οποίο θέλησε να μεταφέρει άμεσα τα νέα ήταν ο πρωταγωνιστής του, Βασίλης Μπισμπίκης, μοιραζόμενος μαζί του τη στιγμή που επισφραγίζει μια εξαιρετικά απαιτητική κοινή πορεία. Για τον ίδιο, η επιλογή αυτή αποτελεί ύψιστη τιμή, καθώς το να σε προτείνει η ίδια σου η πατρίδα έχει ένα ειδικό βάρος που δεν συγκρίνεται με τίποτα άλλο.

Ωστόσο, η προσέγγιση του σκηνοθέτη απέναντι στην αμερικανική Ακαδημία παραμένει απόλυτα προσγειωμένη, μακριά από εύκολους ενθουσιασμούς. Ο ίδιος εξέφρασε έναν έντονο προβληματισμό για το αν η συγκεκριμένη κινηματογραφική γραφή ταιριάζει στα παραδοσιακά οσκαρικά γούστα, ξεκαθαρίζοντας πως μια παρουσία ακόμη και στην πρώτη εικοσάδα της κατηγορίας θα ισοδυναμεί με έναν τεράστιο προσωπικό και συλλογικό θρίαμβο. Δεν αποκλείει το ενδεχόμενο μιας ελληνικής διάκρισης στη διεθνή σκηνή, αλλά γνωρίζει πολύ καλά την ιδιαίτερη, ωμή ταυτότητα του δικού του σινεμά.
Πέρα όμως από τις διεθνείς προοπτικές και τη λάμψη των διακρίσεων, αυτό που φαίνεται να συγκινεί βαθύτερα τον δημιουργό είναι ο παλμός του κοινού. Ταξιδεύοντας σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και οργανώνοντας προβολές μακριά από τα φώτα της πρωτεύουσας, αντίκρισε θεατές να ταυτίζονται, να συγκλονίζονται βαθιά και να ανοίγουν ατέλειωτες συζητήσεις αμέσως μετά τους τίτλους τέλους. Αυτή η ζωντανή, καθηλωτική επαφή με τον κόσμο είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος μιας πορείας που χρειάστηκε ένα τέταρτο του αιώνα για να φτάσει στο σημερινό της αποκορύφωμα.
