Η ησυχία της επόμενης ημέρας στο Γ’ Νεκροταφείο στη Νίκαια δεν σήμανε το τέλος του αποχαιρετισμού. Είκοσι τέσσερις ώρες μετά την εξόδιο ακολουθία και την ταφή, ο χώρος γύρω από το μνήμα του Γιώργου Μαζωνάκη μετατράπηκε σε ένα διαρκές προσκύνημα από ανθρώπους που δεν κατάφεραν να δώσουν το «παρών» στο τελευταίο αντίο.
Από νωρίς το πρωί, η προσέλευση υπήρξε συνεχής. Πολίτες κάθε ηλικίας έφταναν κρατώντας ένα μοναχικό άνθος, ένα μπουκέτο ή ένα διπλωμένο κομμάτι χαρτί. Μέσα σε λίγες ώρες, τα λουλούδια σχημάτισαν έναν ολόκληρο λόφο, ενώ ανάμεσά τους διακρίνονταν μικρά χειρόγραφα σημειώματα γεμάτα λόγια αγάπης, ευγνωμοσύνης και βαθιάς οδύνης για την απώλειά του. Ήταν όλοι εκείνοι που δεν πρόλαβαν την αγρυπνία της προηγούμενης μέρας ούτε την τελετή στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, αλλά ένιωσαν την ανάγκη να αφήσουν το δικό τους προσωπικό ίχνος.

Το μεσημέρι, το κλίμα φορτίστηκε ακόμη περισσότερο όταν στο σημείο εμφανίστηκε η αδελφή του, Βάσω Μαζωνάκη. Συνοδευόμενη από τον σύντροφό της, Δημήτρη Μακρυνιώτη, βρέθηκε ξανά μπροστά στον τάφο του αδελφού της, μακριά από τη χθεσινή κοσμοσυρροή.
Οι δυο τους στάθηκαν δίπλα στο μνήμα και άρχισαν προσεκτικά να τακτοποιούν τα αναρίθμητα αφιερώματα. Ο Δημήτρης Μακρυνιώτης βοηθούσε με διακριτικότητα τη Βάσω να καθαρίσει τον χώρο γύρω από την πλάκα και να βάλει σε τάξη τις δεκάδες ανθοδέσμες και τα σημειώματα που είχαν αφήσει οι πολίτες. Ήταν μια στιγμή λιτή, αλλά γεμάτη ουσία: η οικογένεια να μαζεύει με σεβασμό τα ίχνη της αγάπης του κόσμου, σε έναν χώρο που παραμένει βαρύς από το σοκ και τη θλίψη.

Ακόμη και όταν απομακρύνθηκαν, ο ρυθμός των ανθρώπων που έφταναν στο σημείο δεν έκοψε. Η Νίκαια εξακολουθεί να ζει στη σκιά μιας δυσαναπλήρωτης απουσίας, με τον τάφο του καλλιτέχνη να λειτουργεί ως το επίκεντρο ενός αποχαιρετισμού που μοιάζει να μην ολοκληρώνεται σε μία μόνο μέρα.