Όταν ένας άνθρωπος καταφέρνει να ταυτίσει το ηχόχρωμά του με τον παλμό μιας ολόκληρης κοινωνίας, ο χρόνος παύει να λειτουργεί ως λήθη. Συμπληρώνονται 25 χρόνια από εκείνη τη 14η Σεπτεμβρίου του 2001, όταν ο Στέλιος Καζαντζίδης έκλεισε για πάντα τα μάτια του σε ηλικία 70 ετών, ύστερα από σκληρή αναμέτρηση με τον καρκίνο. Κι όμως, ένα τέταρτο του αιώνα μετά, η παρουσία του παραμένει αναλλοίωτη, σαν να μην απομακρύνθηκε ποτέ από το συλλογικό συναίσθημα.
Η διαδρομή του δεν ξεκίνησε με τα φώτα της ράμπας, αλλά μέσα στη σκληρή πραγματικότητα του μεροκάματου. Γεννημένος στις 29 Αυγούστου του 1931 στη Νέα Ιωνία, κουβαλούσε βαθιά μέσα του το αποτύπωμα της προσφυγιάς. Η μητέρα του, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, είχε φέρει μαζί της τις οδυνηρές μνήμες του ξεριζωμού, της απώλειας των πατρογονικών εστιών, αλλά και τα παραδοσιακά τραγούδια της παλιάς πατρίδας. Σε εκείνες τις γειτονιές, όπου η ανέχεια βάδιζε χέρι-χέρι με τη νοσταλγία, ο νεαρός Στέλιος διαμόρφωσε μια σπάνια ευαισθησία απέναντι στον ανθρώπινο πόνο.

Πριν ανακαλύψει το κοινό το χάρισμά του, ο ίδιος περνούσε τις μέρες του δουλεύοντας σε ένα τοπικό εργοστάσιο της περιοχής. Εκεί συνέβη και η καθοριστική ανατροπή. Το αφεντικό του, βλέποντας στον εργατικό νεαρό μια σπίθα εντελώς ξεχωριστή, αποφάσισε να κάνει μια κίνηση που έμελλε να γράψει ιστορία: του χάρισε μια κιθάρα. Αυτό το απλό, απρόσμενο δώρο λειτούργησε ως το πραγματικό κλειδί που άνοιξε την πόρτα προς τη μουσική.
Το βάπτισμα του πυρός ήρθε το 1950, πάνω σε ένα ταπεινό πάλκο στην Κηφισιά. Δύο χρόνια αργότερα, ο δρόμος τον οδήγησε στο ιστορικό στούντιο της Columbia. Το πρώτο του δισκογραφικό βήμα πέρασε σχεδόν απαρατήρητο, χωρίς να προμηνύει τη σαρωτική συνέχεια. Η δικαίωση όμως δεν άργησε. Με τη δεύτερη ηχογράφησή του, το τραγούδι «Οι βαλίτσες», τα πάντα μπήκαν στη θέση τους.
Από εκείνη τη στιγμή, η ερμηνεία του μετατράπηκε στο απόλυτο καταφύγιο για τον κόσμο του μόχθου. Δεν περιόρισε τη θεματολογία του στον έρωτα. Έγινε ο άνθρωπος που τραγούδησε την ξενιτιά, τα βάσανα της φτώχειας, τον αποχωρισμό, την αδικία και τις καθημερινές δοκιμασίες. Έκανε τα προσωπικά βιώματα του απλού λαού δική του υπόθεση, αφήνοντας πίσω του έναν δεσμό που παραμένει ζωντανός μέσα στις δεκαετίες.
