Μια σύντομη στιχομυθία σε μια στιγμή αποχαιρετισμού στάθηκε αρκετή για να προκαλέσει ποικίλα σχόλια και συζητήσεις. Ο Σταμάτης Γονίδης θέλησε να ξεκαθαρίσει ο ίδιος τη θέση του σχετικά με τη φράση που ακούστηκε στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη, δίνοντας το δικό του πλαίσιο γύρω από όσα ειπώθηκαν και παρεξηγήθηκαν από όσους τα άκουσαν αποκομμένα.
Η επίμαχη τοποθέτηση «εμείς είμαστε καλά, αυτός πέθανε» είχε σχολιαστεί έντονα, με αρκετούς να αναρωτιούνται για το ύφος και την πρόθεση πίσω από αυτά τα λόγια. Ο τραγουδιστής, ωστόσο, εξήγησε πως σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε απαξιωτική διάθεση απέναντι στον φίλο του. Για τον ίδιο, επρόκειτο για μια απάντηση που συνδύαζε το ιδιαίτερο χιούμορ τους με μια καθαρά προσωπική, φιλοσοφική θεώρηση της ζωής και της απώλειας, ακριβώς όπως συνηθίζει να επικοινωνεί στον καθημερινό του λόγο.

Όπως περιέγραψε, η σχέση τους βασιζόταν σε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας που δύσκολα μπορούν να κατανοήσουν όσοι δεν βρίσκονταν κοντά τους. «Δεν αναφέρθηκα στον Γιώργο με τον τρόπο που αναφέρονται όλοι», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπενθυμίζοντας πως οι δυο τους έκαναν παρέα και μοιράζονταν στιγμές γέλιου. Για εκείνον, το χιούμορ υπήρξε πάντοτε ένα είδος θεραπείας, κάτι που ο εκλιπών γνώριζε καλά και εκτιμούσε εξίσου.
Αναλύοντας το χρονικό εκείνης της ημέρας, ο Σταμάτης Γονίδης εξήγησε τι πραγματικά συνέβη όταν παρευρέθηκε για το τελευταίο αντίο. Η πρώτη ερώτηση που δέχτηκε ήταν ένα απλό «τι κάνεις;», στο οποίο απάντησε λέγοντας πως περιμένει τη σειρά του. Όπως διευκρίνισε, η σκέψη του δεν αφορούσε την αναμονή για να πλησιάσει και να προσκυνήσει, αλλά την αναπόφευκτη πορεία όλων των ανθρώπων, καθώς καθένας περιμένει κάποια στιγμή τη δική του σειρά να φύγει από τη ζωή.

Η δεύτερη στιχομυθία ήταν εκείνη που δημιούργησε τη μεγαλύτερη αναστάτωση. Όταν ρωτήθηκε ξανά για την κατάστασή του, η αντίδρασή του προέκυψε αυθόρμητα μέσα από την αμηχανία της στιγμής: «Καλά είμαι. Ο άλλος πέθανε». Το νόημα πίσω από τα λόγια του ήταν η αντίφαση του να ρωτά κανείς έναν παρευρισκόμενο αν είναι καλά σε έναν χώρο αποχαιρετισμού, όπου το μόνο πρόσωπο που πραγματικά βίωνε το τέλος ήταν ο φίλος του που έφυγε.
Αναγνωρίζοντας πως οι εκφράσεις του μπορεί να φανούν παράξενες σε όσους δεν γνωρίζουν τον τρόπο σκέψης του, ο καλλιτέχνης τόνισε πως πίσω από την ιδιαίτερη διατύπωση κρυβόταν μια δόση φιλοσοφημένου χιούμορ και όχι έλλειψη σεβασμού, κλείνοντας έτσι τον κύκλο των παρερμηνειών γύρω από την παρουσία του εκείνη την ημέρα.