Η τηλεοπτική επιστροφή μιας γυναίκας που συνέδεσε όσο λίγες το όνομά της με την απόλυτη γοητεία δεν ήταν απλώς θέμα επαγγελματικού συγχρονισμού. Για τη Βάνα Μπάρμπα, το νέο ξεκίνημα με τη σειρά «Μπλε Ώρες» του Ανδρέα Γεωργίου συνοδεύτηκε από μια εσωτερική μάχη που διήρκεσε καιρό, καθώς η ίδια χρειάστηκε πρώτα να αναμετρηθεί με τον καθρέφτη και τις απαιτήσεις του τηλεοπτικού φακού.
Μιλώντας ανοιχτά, η γνωστή ηθοποιός παραδέχτηκε πως ο ουσιαστικός λόγος που απέφευγε τις κάμερες για μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν ένας βαθύς, σχεδόν παραλυτικός φόβος γύρω από την εικόνα της. Η ιδέα ενός κοντινού πλάνου γεννούσε σκέψεις σκληρές: «Έλεγα “Παναγία μου, θα δείχνω ένα τέρας στο κοντινό πλάνο”», εξομολογήθηκε, περιγράφοντας το αόρατο τείχος που την κρατούσε σε απόσταση. Χρειάστηκε συνειδητή προσπάθεια για να σπάσει αυτό το προσωπικό ταμπού, να αποδεχτεί την πραγματικότητα και να συμφιλιωθεί με την ηλικία της, στέλνοντας παράλληλα ένα καθαρό μήνυμα σε όσες γυναίκες αισθάνονται ότι ο χρόνος τις θέτει στο περιθώριο. Για εκείνη, το γήρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ένας σύγχρονος Καιάδας.

Αυτή η συμφιλίωση, ωστόσο, δεν ήρθε χωρίς εμπειρίες και παραστρατήματα του παρελθόντος. Αναπολώντας τα πρώτα της βήματα, η ηθοποιός στάθηκε στην αγωνία για την αιώνια νεότητα που παρασύρει συχνά τους νέους ανθρώπους, αποκαλύπτοντας πως ήδη από την ηλικία των 22 ετών βρισκόταν στο κατώφλι επεμβάσεων, αναγνωρίζοντας πλέον πως μέσα στην αγωνία της ομορφιάς έγιναν σημαντικά λάθη.
Στην ίδια συζήτηση, η Βάνα Μπάρμπα συνέδεσε αυτή την ευρύτερη κοινωνική εμμονή με την έντονη επικαιρότητα γύρω από τον Γιώργο Μαζωνάκη, καταθέτοντας μια ξεχωριστή οπτική. Υπενθυμίζοντας τον χαρακτηρισμό του Σταύρου Ξαρχάκου, ο οποίος είχε περιγράψει τον τραγουδιστή ως το τελευταίο λαϊκό είδωλο, σημείωσε πως η μοναδικότητα μιας τέτοιας ποπ περσόνας στο λαϊκό τραγούδι κατάφερε άθελά της να ανοίξει την κερκόπορτα για ανασφάλειες που για χρόνια έμεναν κρυμμένες.

Σύμφωνα με την ίδια, αυτή η υπόθεση έφερε στο φως μια σκοτεινή και άκρως επικίνδυνη πλευρά της ανάγκης για τελειότητα: την απελπισμένη αναζήτηση για το ποιος είναι ο κατάλληλος για ενέσιμες θεραπείες, αλλά και το πώς άνθρωποι έφτασαν να εμπιστεύονται επικίνδυνες αισθητικές επεμβάσεις ακόμα και σε χώρους περιποίησης νυχιών, από άτομα με πλαστά έγγραφα. Μια διαπίστωση που, όπως υπογράμμισε, υπογραμμίζει με τρόπο παράδοξο το τεράστιο μέγεθος και την επιδραστικότητα της περσόνας του καλλιτέχνη.