Η είδηση του θανάτου της Δέσποινας Λιαουζίδου Σαρμάιστερ στην Ελλάδα σκόρπισε θλίψη στους ανθρώπους της ισραηλινής κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής. Η γνωστή προσωπικότητα έφυγε από τη ζωή χθες στην Ελλάδα, σε ηλικία μόλις 65 ετών.
Η Δέσποινα Λιαουζίδου Σαρμάιστερ ήταν ένα πρόσωπο με παρουσία τόσο στους κοινωνικούς όσο και στους πολιτιστικούς κύκλους του Ισραήλ. Στο παρελθόν είχε παντρευτεί τον επιχειρηματία Ιγκάλ Σαρμάιστερ, έναν από τους ιδιοκτήτες εταιρείας φύλαξης, γεγονός που την είχε φέρει κοντά και στον χώρο των επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η παρουσία της δεν περιοριζόταν στις κοινωνικές και επιχειρηματικές της γνωριμίες. Η ίδια είχε ιδιαίτερη σχέση με τον πολιτισμό και τη λογοτεχνία, έχοντας αξιοποιήσει τη γνώση της ελληνικής γλώσσας μέσα από το μεταφραστικό της έργο.
Γεννημένη στην Ελλάδα, η Σαρμάιστερ ασχολήθηκε με τη μετάφραση σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στα εβραϊκά. Ανάμεσα στις συνεργασίες της ήταν και εκείνη με τον Χαΐμ Πεσάχ, μαζί με τον οποίο μετέφρασε έργα Ελλήνων συγγραφέων.
Αυτή η πλευρά της ζωής της αποτυπώνει και τη σύνδεσή της με τον ελληνικό πολιτισμό, πέρα από την αναγνωρισιμότητά της στους κοινωνικούς κύκλους του Ισραήλ. Η πορεία της συνδύαζε έτσι διαφορετικούς κόσμους, από την κοινωνική ζωή και τις επιχειρηματικές σχέσεις μέχρι τη λογοτεχνία και τη μετάφραση.
Μετά την είδηση του θανάτου της, η συντάκτρια και δημοσιογράφος Λίζα Περέτζ την αποχαιρέτησε με ιδιαίτερα θερμά λόγια, περιγράφοντας τη βαθιά εκτίμηση και την αγάπη που ένιωθε για εκείνη.
«Ήταν από τους πιο όμορφους, αγαπητούς, έξυπνους, γενναιόδωρους και αστείους ανθρώπους που γνώρισα. Μία και μοναδική. Ήμουν τυχερή που την είχα», έγραψε η Λίζα Περέτζ στον αποχαιρετισμό της.
Τα λόγια αυτά δίνουν μια προσωπική διάσταση στην απώλεια και αποτυπώνουν τον τρόπο με τον οποίο η Δέσποινα Λιαουζίδου Σαρμάιστερ είχε χαραχτεί στη μνήμη των ανθρώπων που τη γνώρισαν.
Ο θάνατός της, σε ηλικία 65 ετών, αφήνει ένα σημαντικό κενό στους κύκλους της κοινωνικής και πολιτιστικής ζωής του Ισραήλ. Παράλληλα, το έργο της ως μεταφράστριας από τα νέα ελληνικά στα εβραϊκά αποτελεί ένα ξεχωριστό κομμάτι της διαδρομής της, συνδέοντας μέσα από τη γλώσσα δύο πολιτιστικούς κόσμους που γνώριζε από κοντά.