Όταν σκέφτεται κανείς τη γέννηση της ελληνικής ποπ και ροκ σκηνής, το πρόσωπο του Κώστα Τουρνά έρχεται σχεδόν αυτόματα στο προσκήνιο. Γεννημένος στην Τρίπολη στις 23 Σεπτεμβρίου 1949, κουβαλούσε από πολύ νωρίς μια ανήσυχη, δημιουργική ορμή που δεν χωρούσε σε καλούπια. Ήταν μόλις 13 ετών όταν έφτιαξε το πρώτο του συγκρότημα, κρατώντας μια κιθάρα με την αποφασιστικότητα ενός καλλιτέχνη που γνώριζε από παιδί ποιον δρόμο όφειλε να ακολουθήσει. Μέσα σε λίγα χρόνια, η εφηβική του αναζήτηση τον οδήγησε κατευθείαν στις αθηναϊκές μουσικές σκηνές, σε μια εποχή που η πόλη έψαχνε απεγνωσμένα έναν νέο, ηλεκτρικό ήχο.
Η μεγάλη καμπή ήρθε αναμφισβήτητα το 1971. Μαζί με τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς, τον Σταύρο Λογαρίδη και τον Κώστα Παπαϊωάννου σχημάτισαν τους ιστορικούς POLL, ένα σχήμα που άλλαξε ριζικά το τοπίο της ελληνικής δισκογραφίας. Ύμνοι όπως το «Άνθρωπε αγάπα» αλλά και η μετέπειτα προσωπική του δουλειά, τα εμβληματικά «Απέραντα χωράφια», έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της συλλογικής συνείδησης. Μετρώντας πλέον πάνω από πέντε δεκαετίες αδιάκοπης παρουσίας, με περισσότερα από 500 τραγούδια στο ενεργητικό του και αμέτρητες ερμηνείες από σπουδαίους καλλιτέχνες, ο Τουρνάς απέδειξε ότι ποτέ δεν υπήρξε απλώς ένας τραγουδιστής της εποχής, αλλά ένας βαθύς, ολοκληρωμένος συνθέτης και δημιουργός.

Ωστόσο, πίσω από τα φώτα της σκηνής και τη μακρά πορεία του, υπάρχει ένας άνθρωπος με σπάνια συγκρότηση και μια εντελώς δική του στάση απέναντι στην καθημερινότητα. Ενώ οι περισσότεροι θεωρούν τον συμβιβασμό ως τη μόνη συνταγή για να αντέξει ένας γάμος στον χρόνο, ο Κώστας Τουρνάς εκφράζει μια εντελώς διαφορετική άποψη: ξεκαθαρίζει πως δεν πιστεύει ότι η ουσιαστική συμβίωση βασίζεται στις αμοιβαίες υποχωρήσεις. Για εκείνον, η κοινή ζωή δεν είναι ένας διαρκής διαπραγματευτικός συμβιβασμός, αλλά κάτι πολύ βαθύτερο, βασισμένο στην απόλυτη αυθεντικότητα και την αυτονομία των δύο ανθρώπων.
Αυτή η ακλόνητη ανάγκη για αλήθεια καθορίζει και τις πιο προσωπικές του εκφράσεις. Σε έναν κόσμο όπου οι μεγάλες κουβέντες συχνά χάνουν το βάρος τους από την υπερβολική χρήση, ο ίδιος επιλέγει τη συνειδητή εγκράτεια. Έχει παραδεχτεί πως δεν χρησιμοποιεί εύκολα τη φράση «σ’ αγαπώ» — αρνείται να την προφέρει μηχανικά, εκτός αν τη βιώνει στο απόλυτο εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Για τον ίδιο, η αγάπη παραμένει συνειδητή επιλογή και ουσιαστική δέσμευση, ποτέ μια λέξη συνήθειας. Είναι ακριβώς η ίδια εσωτερική πυξίδα που κράτησε τη μουσική του ζωντανή: από τα πρώτα ακόρντα στην Τρίπολη μέχρι σήμερα, δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ την αλήθεια του.
